Υπάρχουν στιγμές που το παιδί θυμώνει τόσο πολύ, που δεν μπορεί να μιλήσει ήρεμα.
Φωνάζει.
Πετάει μια κουβέντα.
Κλείνει τα αυτιά του.
Μπορεί να κλαίει, να αντιδρά ή να λέει «άσε με».
Και εκεί, ο γονιός συχνά νιώθει ότι πρέπει να βρει αμέσως τη σωστή απάντηση.
Όμως εκείνη τη στιγμή, το παιδί δεν χρειάζεται κήρυγμα.
Δεν χρειάζεται πολλές εξηγήσεις.
Και σίγουρα δεν χρειάζεται άλλη μία φωνή πάνω στη δική του.
Χρειάζεται πρώτα να νιώσει ότι κάποιος μεγάλος μπορεί να μείνει σταθερός δίπλα του.
Ο θυμός είναι συναίσθημα.
Το δύσκολο δεν είναι ότι το παιδί θυμώνει.
Το δύσκολο είναι ότι ακόμα μαθαίνει τι να κάνει με αυτόν τον θυμό.
Ένα παιδί μπορεί να φωνάζει επειδή:
• κουράστηκε
• απογοητεύτηκε
• δεν πήρε αυτό που ήθελε
• ένιωσε αδικία
• δεν ξέρει πώς να πει αυτό που νιώθει
• θέλει βοήθεια, αλλά δεν ξέρει πώς να τη ζητήσει
Αυτό δεν σημαίνει ότι αφήνουμε τη φωνή ή την ένταση να γίνουν κανόνας.
Σημαίνει όμως ότι πρώτα βλέπουμε τι υπάρχει πίσω από τη συμπεριφορά.
Όταν το παιδί είναι ήδη θυμωμένο, κάποιες φράσεις συνήθως ρίχνουν κι άλλο λάδι στη φωτιά.
Καλό είναι να αποφύγουμε φράσεις όπως:
• «Σταμάτα τώρα!»
• «Δεν είναι λόγος αυτός να κάνεις έτσι.»
• «Αν συνεχίσεις, θα δεις.»
• «Μη φωνάζεις!» — ειδικά όταν το λέμε κι εμείς με φωνή.
Το παιδί ακούει κυρίως τον τόνο μας, όχι μόνο το μήνυμα.
Αν ο τόνος μας είναι έντονος, το σώμα του παιδιού καταλαβαίνει ότι η ένταση συνεχίζεται.
Δεν χρειάζονται μεγάλες φράσεις.
Χρειάζονται λίγα λόγια, καθαρά και σταθερά.
Μπορούμε να πούμε:
• «Βλέπω ότι θύμωσες πολύ.»
• «Είμαι εδώ.»
• «Δεν θα το λύσουμε με φωνές. Θα το λύσουμε μόλις ηρεμήσουμε.»
• «Μπορείς να θυμώνεις. Δεν μπορείς να χτυπάς / να πετάς πράγματα / να πληγώνεις.»
Έτσι το παιδί ακούει δύο πράγματα μαζί:
Το συναίσθημά σου επιτρέπεται.
Η συμπεριφορά σου έχει όριο.
Αυτό είναι πολύ σημαντικό.
Μπορείς να έχεις μια μικρή φράση που θα επαναλαμβάνεις κάθε φορά.
Για παράδειγμα:
• «Πρώτα ηρεμούμε. Μετά το λύνουμε.»
Ή:
• «Ο θυμός μιλά δυνατά. Εμείς θα μιλήσουμε όταν χαμηλώσει.»
Η επανάληψη βοηθά το παιδί.
Όχι επειδή θα αλλάξει αμέσως συμπεριφορά, αλλά επειδή χτίζει σταδιακά έναν γνώριμο τρόπο αντίδρασης.
Τότε δεν χρειάζεται να μπούμε σε διαπραγμάτευση.
Μπορούμε να μείνουμε σύντομοι και σταθεροί:
• «Σε ακούω. Δεν μπορώ όμως να μιλήσω όσο φωνάζουμε.»
• «Θα είμαι εδώ όταν είσαι έτοιμος/η να μιλήσουμε πιο ήρεμα.»
Αυτό δεν είναι αδιαφορία.
Είναι όριο.
Το παιδί χρειάζεται να δει ότι ο μεγάλος δεν εξαφανίζεται, αλλά ούτε μπαίνει μέσα στην ένταση.
Δεν θα πετυχαίνει πάντα.
Θα υπάρξουν στιγμές που θα φωνάξουμε κι εμείς.
Θα χάσουμε την ψυχραιμία μας.
Θα πούμε κάτι πιο απότομο απ’ όσο θέλαμε.
Αυτό δεν ακυρώνει την προσπάθεια.
Μπορούμε μετά να επιστρέψουμε και να πούμε:
• «Πριν φώναξα κι εγώ. Θα προσπαθήσω την επόμενη φορά να μιλήσω πιο ήρεμα.»
Έτσι το παιδί δεν μαθαίνει ότι οι μεγάλοι είναι τέλειοι.
Μαθαίνει ότι μπορούμε να διορθώνουμε.
Και αυτό είναι μεγάλο μάθημα.
Στις Παραμυθοστιγμές θα βρίσκεις μικρές ιδέες για καθημερινές στιγμές που δυσκολεύουν το παιδί και τον γονιό.
Ο θυμός δεν φεύγει με πίεση.
Μαθαίνεται σιγά σιγά, μέσα από μικρά βήματα, σταθερές φράσεις και ήρεμη παρουσία.