Ο Τίμος και το Κύμα της Ματαίωσης
Ο Τίμος, το μικρό πορτοκαλί καβουράκι με το ψάθινο καπέλο του, ήταν πολύ περήφανος. Είχε περάσει όλο το πρωινό του χτίζοντας το πιο ψηλό και εντυπωσιακό κάστρο στην άμμο. Είχε πύργους, πορτούλες και γέφυρες.
«Είναι τέλειο!» σκέφτηκε και χαμογέλασε.
Ξαφνικά, όμως, ακούστηκε ένας δυνατός ήχος. Σπλας!
Ένα μεγάλο, γαλαζοπράσινο κύμα έσκασε πάνω στην ακτή. Όταν τα νερά τραβήχτηκαν, το κάστρο του Τίμου δεν υπήρχε πια. Στη θέση του είχε μείνει μόνο ένας σωρός από βρεγμένη άμμο.
Ο Τίμος ένιωσε ένα μεγάλο βάρος στο στομαχάκι του. Τα μάτια του γέμισαν δάκρυα. Ήθελε να βάλει τα κλάματα και να φύγει μακριά. «Όλα πήγαν στραβά! Δεν θα ξαναφτιάξω τίποτα ποτέ!» είπε θυμωμένος.
Καθώς όμως γύρισε την πλάτη του για να φύγει, κάτι γυάλισε στην άμμο. Το μεγάλο κύμα που του γκρέμισε το κάστρο, είχε αφήσει πίσω του ένα δώρο: τα πιο λαμπερά, χρωματιστά κοχύλια από τον βυθό της θάλασσας!
Ο Τίμος σταμάτησε, τα κοίταξε και πήρε μια βαθιά ανάσα. Το παλιό του κάστρο είχε χαλάσει, είναι αλήθεια. Όμως, αν προσπαθούσε ξανά, το καινούργιο του κάστρο θα ήταν στολισμένο με τα πιο όμορφα κοχύλια του κόσμου. Και έτσι, έπιασε πάλι δουλειά!
