Η Μελίνα, η Μίμη και το Κέρατο που Έχασε τη Λάμψη του
Μια φορά κι έναν καιρό, σε ένα δάσος όπου τα δέντρα ψιθύριζαν μυστικά και τα ποτάμια τραγουδούσαν, ζούσε η Μελίνα. Η Μελίνα δεν ήταν ένα συνηθισμένο ζωάκι. Ήταν μια μικρή, πανέμορφη μονόκερος.
Στο μέτωπό της είχε ένα κέρατο μαγικό. Όταν η Μελίνα ήταν χαρούμενη και έκανε αυτό που πραγματικά ήθελε, το κέρατό της έλαμπε με όλα τα χρώματα του ουράνιου τόξου.
Η καλύτερη φίλη της ήταν η Μίμη, μια ζωηρή μαϊμού με δυνατή φωνή και αστείρευτη ενέργεια. «Μελίνα! Έλα να κάνουμε κούνια στις ψηλές φυλλωσιές!» φώναζε, πηδώντας από κλαδί σε κλαδί.
Η Μελίνα όμως δεν αγαπούσε τις ψηλές κούνιες. Ζαλιζόταν. Της άρεσε να περπατά απαλά στο χορτάρι και να μυρίζει τα λουλούδια. Παρ’ όλα αυτά, η Μίμη ήταν πολύ επίμονη. Κάθε φορά που η Μελίνα έλεγε «όχι», η Μίμη γκρίνιαζε. «Δεν είσαι φίλη μου; Γιατί είσαι τόσο βαρετή;»
Η Μελίνα ένιωθε μια μικρή, γκρίζα συννεφιά να βαραίνει την καρδιά της. Δεν ήθελε να τη χάσει από φίλη. Έτσι, έλεγε σιγά «εντάξει» και έκανε αυτό που ήθελε η Μίμη.
Κάθε φορά όμως που το έκανε, το κέρατό της γινόταν λίγο πιο θαμπό… σαν να το σκέπαζε ένα γκρίζο συννεφάκι.
Μια μέρα, κουρασμένη και σκεφτική, κάθισε μόνη της κάτω από μια μεγάλη βελανιδιά. Τότε εμφανίστηκε η σοφή κουκουβάγια του δάσους.
«Μελίνα», είπε με ήρεμη φωνή, «γιατί το κέρατό σου δεν λάμπει όπως πριν;»
Η Μελίνα κατέβασε το κεφάλι. «Φοβάμαι να πω όχι στη Μίμη. Αν δεν κάνω αυτό που θέλει, ίσως δεν με θέλει πια για φίλη…»
Η κουκουβάγια την κοίταξε βαθιά στα μάτια. «Το κέρατό σου λάμπει μόνο όταν η καρδιά σου και τα λόγια σου λένε το ίδιο πράγμα. Όταν λες “ναι” ενώ μέσα σου φωνάζεις “όχι”, η μαγεία σου χάνεται.»
Τα λόγια αυτά έμειναν μέσα στη Μελίνα.
Την επόμενη μέρα, η Μίμη έτρεξε ενθουσιασμένη κοντά της. «Μελίνα! Πάμε να πετάξουμε λάσπη στα βατράχια! Θα γελάσουμε πολύ!»
Η Μελίνα ένιωσε έναν κόμπο στον λαιμό της. Δεν της άρεσε καθόλου αυτή η ιδέα. Θυμήθηκε όμως τα λόγια της κουκουβάγιας. Πήρε μια βαθιά ανάσα και είπε:
«Όχι, Μίμη. Δεν θέλω να πετάξω λάσπη στα βατράχια. Είναι κακό. Εγώ θέλω να πάω να μαζέψω μούρα.»
Η Μίμη ξαφνιάστηκε. «Μα γιατί; Δεν έχεις πλάκα!»
Η Μελίνα στάθηκε ήρεμη. «Είμαι φίλη σου. Αλλά θέλω να κάνω αυτό που μου αρέσει. Αν θέλεις, έλα μαζί μου.»
Η Μίμη γκρίνιαξε λίγο ακόμα… αλλά αυτή τη φορά, η Μελίνα δεν άλλαξε γνώμη.
Και τότε συνέβη κάτι μαγικό.
Το σφίξιμο στην καρδιά της έφυγε… και το κέρατό της άρχισε να λάμπει ξανά! Πιο φωτεινό από ποτέ, γεμάτο ζωντανά, χαρούμενα χρώματα.
Η Μίμη το κοίταξε με θαυμασμό. «Είναι πανέμορφο!»
Η Μελίνα χαμογέλασε. Είχε βρει τη φωνή της.
Η Μίμη την κοίταξε ξανά και είπε σιγά: «Ίσως… τα μούρα να είναι πιο ωραία απ’ ό,τι νόμιζα.»
Και έτσι, οι δυο φίλες πήγαν μαζί στο λιβάδι.
Από εκείνη τη μέρα, η φιλία τους έγινε πιο δυνατή και πιο αληθινή. Γιατί δεν βασιζόταν πια στον φόβο ή στην πίεση, αλλά στον σεβασμό.
Και η Μελίνα; Δεν άφησε ποτέ ξανά το κέρατό της να χάσει τη λάμψη του.
Γιατί είχε μάθει κάτι πολύ σημαντικό: όταν ακούμε την καρδιά μας και μιλάμε με θάρρος, η μαγεία μέσα μας φωτίζει τον δρόμο — και για εμάς και για τους άλλους.
Τέλος!
Θέλεις να συνεχίσεις με μικρές δραστηριότητες για την αυτοπεποίθηση;
Στις Μικρές Νίκες θα βρεις φράσεις και απλές ασκήσεις που βοηθούν το παιδί να καταλάβει τον θυμό του και να τον εκφράσει με ασφάλεια.
